Γόνος πειραιώτη επιχειρηματία αριστερών καταβολών, ο οποίος θεωρούνταν ιδιαίτερα επιτυχημένος και κατείχε δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που του είχε αποφέρει αρκετά έσοδα, ο Λάκης Γαβαλάς πέρασε τα παιδικά του χρόνια στον Κορυδαλλό. «Δεν έλεγε ότι ήταν από εκεί, επειδή θεωρούνταν πολύ λαϊκή γειτονιά. Στα χρόνια της εφηβείας είχε αρχίσει να ασχολείται με τον χορό και το θέατρο, και βρισκόταν σε διαρκή κόντρα με τον πατέρα του», θα πουν άνθρωποι που τον γνωρίζουν καλά. Προτού καλά καλά ενηλικιωθεί, ο Λάκης εγκατέλειψε το σπίτι του για να ταξιδέψει σε χώρες της Εγγύς Ανατολής. Και από εκεί βρέθηκε στην Ιταλία, όπου διείσδυσε στον χώρο της μόδας, και, όπως θα αποκάλυπτε ο ίδιος αργότερα, ήταν «παντρεμένος με μια ιταλίδα χορεύτρια».
Ωστόσο γρήγορα η υψηλή ραπτική κέρδισε τον Λάκη από τον χορό: η επιστροφή του στην Ελλάδα θα επιβεβαίωνε τη μόνιμη ενασχόλησή του με τη μόδα, όταν το 1979 ίδρυσε την εισαγωγική εταιρεία ενδυμάτων Λάκης Γαβαλάς ΕΠΕ. Ναυαρχίδα της επιτυχίας του καλαίσθητου επιχειρηματία, που είχε το μοναδικό χάρισμα να διαισθάνεται ποιες φίρμες θα πάνε καλά στην Ελλάδα, ήταν τα πρώτα χρόνια ο οίκος Trussardi – ο οποίος τη δεκαετία του 1980 μπήκε σε όλα τα καλά σπίτια και μαγαζιά Αθήνας, Θεσσαλονίκης και περιχώρων. Πιστός στη φινέτσα και στο ένστικτό του, ο Γαβαλάς πόνταρε και σε άλλα – τότε – μεγάλα ιταλικά ονόματα: Moschino, Krizia, Gianmarco Venturi, και πάει λέγοντας. Μετά τα μέσα της δεκαετίας η ΕΠΕ έγινε Ανώνυμη Εταιρεία και τα γραφεία της εταιρείας από τη Θησέως στην Καλλιθέα μεταφέρθηκαν ψηλά στην Κηφισίας, σε ένα υπερπολυτελές κτίριο με τέσσερα υπόγεια, με κόκκινη μοκέτα, δίπλα στο ΚΑΤ. Βασικοί μέτοχοι ο Γαβαλάς με 51% των μετοχών, η μικρή αδελφή του και ο πρώην σύζυγος της μεγάλης αδελφής του. Ηταν η αρχή της χρυσής εποχής: από τα πάρτι στην Αράχοβα – όπου νοίκιαζε σπίτι – , στις Κυκλάδες με μισθωμένο γιοτ, όλη η αφρόκρεμα της νυχτερινής ζωής ήθελε να έχει στην παρέα της τον Λάκη.
«Δεν έφευγε συχνά διακοπές, τα περισσότερα ταξίδια του ήταν στην Ιταλία για δουλειά. Ενας πολύ εργατικός άνθρωπος και χωρίς απολύτως καμία αμφιβολία το μυαλό της εταιρείας – τουλάχιστον ως προς τις κινήσεις που έκανε για την αντιπροσωπεία οίκων μόδας», περιγράφουν τον Γαβαλά συνεργάτες του από εκείνα τα χρόνια. Με τζίρους πάνω από 90 εκατ. δραχμές εκείνη την εποχή – οι οποίοι θεωρούνταν κάτι παραπάνω από καλά για εισαγωγική, η οποία πλέον δεν διέθετε μόνο ενδύματα αλλά και αξεσουάρ και έπιπλα – ο επιχειρηματίας εξυπηρετούσε στο ακέραιο τις φορολογικές του υποχρεώσεις, ενώ τα ανοίγματά του όσον αφορά τα τραπεζικά δάνεια ήταν σχεδόν ανύπαρκτα. Πρώην υπάλληλοί του ακόμη θυμούνται τις αυξήσεις της τάξεως του 15% τον χρόνο και τους μισθούς άνω των 200.000 δραχμών – μάλιστα, έχουν να λένε ότι πλήρωνε ακόμη και τις ημέρες που απεργούσε το προσωπικό…
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, με την αποθέωση του λάιφσταϊλ, ο Λάκης Γαβαλάς κινείται και αισθάνεται στον φυσικό του «βιότοπο»: οι εξεζητημένες εμφανίσεις και τα πάρτι – θεσμός στην τότε νεόκτιστη βίλα του στη Μύκονο διαδέχονται τις φωτογραφίσεις σε πολυσέλιδα αφιερώματα περιοδικών και τις συνεντεύξεις. Νέες, άγνωστες ακόμη φίρμες γίνονται βέλη στην επιχειρηματική του φαρέτρα και με τον χρόνο κερδίζουν την ελληνική αγορά αποδεικνύοντας ότι ο Γαβαλάς έχει το «άγγιγμα του Μίδα της μόδας». Στις αρχές του 2000 δημιουργεί και τη δική του ετικέτα, τα .Lak, που ήταν σχετικά φθηνότερα από τις πρωτοκλασάτες εισαγωγές του, ενώ έχει προχωρήσει και στη δημιουργία καταστημάτων για να πουλάει απευθείας τα προϊόντα του. Μαζί με τις ψαγμένες φίρμες, όπως τα Dsquared, στα δυνατά χαρτιά της εταιρείας του περιλαμβάνονται πλέον οι αποκλειστικές αντιπροσωπείες των Dolce & Gabbana και Burberry, που γρήγορα αποκτούν σταθερό κοινό στην Ελλάδα. Οι σχέσεις του με τις κορυφαίες βελόνες της υψηλής ραπτικής γίνονται όλο και πιο στενές: Οι άνθρωποι της Hermes τον καλούν για να τους δώσει συμβουλές σχετικά με τη δημιουργία νέων κολεξιόν. «Είμαι στην Αγγλία με τους Μπερμπεραίους (σ.σ. : έτσι αποκαλούσε τα στελέχη του οίκου Burberry) και συζητάμε κάποια πράγματα για τις σειρές τους», θα έλεγε ο ίδιος σε ανύποπτο χρόνο σε υπάλληλό του από το τηλέφωνο, ενώ νόμιζαν ότι βρίσκεται στην Ελλάδα. Ετσι, με τη συνεχή προσωπική εμπλοκή του Γαβαλά η εταιρεία έφτασε στις καλύτερες στιγμές της να αντιπροσωπεύει έως και 40 «χρυσοφόρες» φίρμες.





Σχόλια