Ενδελεχή και εξαντλητικό έλεγχο της περιουσιακής κατάστασης όσων βουλευτών ή μη, διετέλεσαν υπουργοί ή υφυπουργοί κατά την τελευταία εικοσαετία, στα υπουργεία Εθνικής Άμυνας, Δημόσιας Τάξης ή Προστασίας του Πολίτη, Πολιτισμού, Μεταφορών και Επικοινωνιών και συνεβλήθησαν με τη Siemens αποφάσισε ομοφώνως η ομώνυμη εξεταστική επιτροπή.
Ο έλεγχος αφορά ακόμη και τα μέλη των επιτροπών αξιολόγησης, διαπραγμάτευσης, παρακολούθησης και παραλαβής που διαδραμάτισαν ρόλο στην ανάθεση προμηθειών στον ΟΤΕ, στον ΟΣΕ και στο C4I.
Ο έλεγχος θα διενεργείται από επιτροπή αποτελούμενη από δύο ανώτερους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων, ένα μέλος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, έναν εμπειρογνώμονα της αρχής κατά του ξεπλύματος του βρώμικου χρήματος και έναν ορκωτό λογιστή του επιτελείου ελέγχου των «πόθεν έσχες» των βουλευτών.
Η πρόταση την οποία επεξεργάστηκαν οι Γιώργος Νικητιάδης (ΠΑΣΟΚ) και Κωνσταντίνος Τζαβάρας (ΝΔ) προβλέπει ακόμη το άνοιγμα των τραπεζικών λογαριασμών των προσώπων αυτών, αλλά και των μελών των οικογενειών τους, καθώς και την υποβολή υπεύθυνης δήλωσης ότι οι ίδιοι ή μέλη των οικογενειών τους μετείχαν ή μετέχουν σε εξωχώριες εταιρείες, ενώ θα προταθεί στην Ολομέλεια της Βουλής προς νομοθετική κάλυψη να χαρακτηρισθεί ως ιδιώνυμο αδίκημα κακουργηματικού χαρακτήρα αν η δήλωση αυτή αποδειχθεί ψευδής.
Κατά την ίδια διακομματική πρόταση, θα ζητηθεί από την Υπηρεσία Ειδικών Ελέγχων (ΥΠΕΕ) και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς να ερευνήσει τις συναλλαγές και τις υπηρεσίες που έχουν προσφέρει χρηματιστές και επιχειρηματίες στην υπόθεση Siemens που συνήργησαν εξυπηρετώντας το Μιχάλη Χριστοφοράκο να φέρνει χρήματα στην Ελλάδα, προκειμένου να πραγματοποιεί τις παράνομες πληρωμές πολιτικών και υπηρεσιακών παραγόντων.
Προτείνεται μάλιστα να χαρακτηριστούν ως ιδιώνυμο αδίκημα παρόμοιες δραστηριότητες χρηματιστών και επιχειρηματιών εκτός του αντικειμένου τους για την διακίνηση «μαύρου» ή «βρώμικου» χρήματος εδώ ή στο εξωτερικό.
Στο μεταξύ η εξεταστική επιτροπή θα ζητήσει παράταση των εργασιών της ως τα τέλη Ιουνίου, ενώ όπως γνωστοποίησε ο πρόεδρός της Σήφης Βαλυράκης ενημερώνοντας τους δημοσιογράφους, ζητούμενο είναι η συνεργασία των συναρμόδιων υπουργείων και λειτουργιών, ώστε να διασφαλιστεί ότι θα αποκαλυφθεί η αλήθεια.
Ο κ. Βαλυράκης είπε ότι μετά από εργασίες τριών μηνών, 44 συνεδριάσεις και 65 μάρτυρες, μπορεί να διαγνωσθούν «ενδείξεις εμπλοκής πολιτικών προσώπων και δη μελών κυβερνήσεων και πριν και μετά το 2004″.
Απέφυγε όμως να αναφερθεί σε ονόματα διατελεσάντων κυβερνητικών στελεχών, αλλά και να επιβεβαιώσει ότι θα ακολουθήσει η διαδικασία προκαταρκτικής εξέτασης.
Περιορίστηκε να πει ότι όλα γίνονται και στο πλαίσιο της διεθνούς προσπάθειας για πάταξη του οργανωμένου εγκλήματος που σχετίζεται με τη διαφθορά στο δημόσιο βίο και τη νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματική δραστηριότητα «για την οποία οι προθεσμίες παραγραφής λειτουργούν διαφορετικά».
Επετέθη πάντως τόσο κατά του εισαγγελέα Παναγιώτη Αθανασίου, όσο και του ανακριτή Νίκου Ζαγοριανού γιατί αφενός άφησαν πολύ χρόνο ανεκμετάλλευτο, τον οποίο εκμεταλλεύτηκε ο «βασικότερος κρίκος στη διαδρομή του μαύρου χρήματος» Μιχάλης Χριστοφοράκος για τη διαφυγή του και αφετέρου παρέλειψαν να στείλουν αμελλητί στη Βουλή τους σχετικούς φακέλους, αν και έπεσαν σε πολλές περιπτώσεις πάνω σε πολιτικούς.
Εξέταση Ευάγγελου Μαλέσιου
Σήμερα εξετάσθηκε ενώπιον τη εξεταστικής επιτροπής ο πρώην υφυπουργός και βουλευτής Ευάγγελος Μαλέσιος, ο οποίος απομακρύνθηκε από την κυβέρνηση Κώστα Σημίτη τον Απρίλιο του 2003, ένα μήνα μετά την υπογραφή της σύμβασης για το σύστημα ασφαλείας των ολυμπιακών αγώνων C4I, ύστερα από δημοσιεύματα για προσωπικές σχέσεις και φιλοξενία του στο σπίτι του επιχειρηματία Αθανάσιου Αθανασούλη, ιδιοκτήτη της ALTEC, υπεργολάβου της SAIC που ήταν ανάδοχος του C4I.
Ο μάρτυρας είπε ότι η επιτροπή στην οποία προΐστατο δεν είχε καμία αρμοδιότητα στις διαπραγματεύσεις για το C4I και το πρακτικό της επιτροπής διαπραγμάτευσης ούτε καν ήρθε στην επιτροπή αυτή.
«Όταν εγώ κλήθηκα να παρευρεθώ στην τελική σύσκεψη του ΚΥΣΕΑ επειδή απουσίαζαν οι δύο υπουργοί που είχαν την αρμοδιότητα των διαπραγματεύσεων, οι κύριοι Μιχάλης Χρυσοχοΐδης και Γιάννος Παπαντωνίου, μη τυχόν και χρειαστεί κάποια ενημέρωση, δεν είχα κάποιο πρακτικό στα χέρια μου, γιατί δεν το έστειλαν σε εμένα» είπε.
Σε ερώτηση του βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ Δημήτρη Παπαδημούλη για μία δήλωση που έκανε το Φεβρουάριο του 2008 ότι «δεν θα γίνει και πάλι Ιφιγένεια» ο μάρτυρας, που δήλωσε ότι έκτοτε απέχει από την πολιτική, απάντησε ότι κάποιοι ωφελήθηκαν από το γεγονός ότι ο ίδιος θυσιάστηκε χωρίς να φταίει.
Σε επόμενη ερώτηση ποιος ωφελήθηκε απάντησε: «Ευθέως σας απαντώ, η παράταξη του ΠΑΣΟΚ ωφελείτο, η οποία εκείνη την εποχή ήταν στριμωγμένη από φημολογίες, ότι εδώ τρώνε, ότι εδώ πίνουν, ότι εδώ γίνεται κατάχρηση του δημοσίου χρήματος και η παράταξη του ΠΑΣΟΚ από τη στιγμή που επιτέλους πιάστηκε ένας διαπλεκόμενος ασφαλώς και ανακουφιζόταν».
Διέψευσε επίσης ότι γνώριζε ήδη, αφότου άρχισε να φιλοξενείται στο διαμέρισμα του επιχειρηματία το καλοκαίρι του 2002, ότι ήταν υπεργολάβος της ενδιαφερόμενης τότε για αναδοχή του συστήματος ασφαλείας SAIC. Παρ’ όλα αυτά, αν και στη συνέχεια το έμαθε, θεώρησε λάθος του ότι συμμετείχε στο ΚΥΣΕΑ.
Ο μάρτυρας δήλωσε εξάλλου πρόθυμος να εξεταστεί κατ’ αντιπαράσταση με τον πρώην υπουργό Αμύνης Γιάννο Παπαντωνίου, τον πρώην γραμματέα Ολυμπιακών Αγώνων Κώστα Καρτάλη και τον πρώην γενικό γραμματέα Εξοπλισμών Γιάννη Τραυλό, ύστερα από σχετικά αιτήματα των κ.κ. Κ. Τζαβάρα και Δ. Παπαδημούλη.
Σήμερα στην εξεταστική της Siemens θα εξεταστεί ο πρώην υπουργός Δημόσιας Τάξης Γιώργος Βουλγαράκης.
Εξεταστική επιτροπή για Βατοπέδι
Στην παντελή αναρμοδιότητά του και μη ανάμειξή του στις διαδικασίες που οδήγησαν χιλιάδες στρεμμάτων ανά την Ελλάδα στην κατοχή της Μονής Βατοπεδίου, επέμεινε ο πρώην υπουργός Επικρατείας της Νέας Δημοκρατίας, Θοδωρής Ρουσόπουλος, εξεταζόμενος και σ’ αυτήν την Εξεταστική Επιτροπή της Βουλής που διερευνά το σκάνδαλο.
«Δεν έκανα ποτέ σύγχυση του θεσμικού μου ρόλου με τις όποιες προσωπικές, θρησκευτικές πεποιθήσεις, ή όποιες προσωπικές κοινωνικές σχέσεις είχα» ανέφερε ο κος Ρουσσόπουλος. Ο πρώην υπουργός ανέφερε πως, παρά την γνωριμία του με τον γέροντα Εφραίμ και τις τακτικές επισκέψεις που πραγματοποιούσε στο Άγιο Όρος από το 2004 και εντεύθεν, ουδέποτε ο τελευταίος τον απασχόλησε με τα προβλήματα που αντιμετώπιζε η Μονή σε σχέση με το ελληνικό Δημόσιο. «Προφανώς δεν χρειάστηκε ποτέ» εκτίμησε ο μάρτυς, «διότι αντιλαμβάνομαι ότι πήγαιναν μια χαρά τις δουλειές τους με τους δικηγόρους και τις διοικητικές υπηρεσίες με τις οποίες είχαν βρει το modus vivendi για να προχωρήσουν».
Μπροστά δε, στην καχυποψία των βουλευτών της συμπολίτευσης, ο κ. Ρουσόπουλος επικαλέστηκε τα υπερασπιστικά του στοιχεία: Την μη αναφορά του ονόματός του και από τους σφοδρότερους υπερασπιστές ακόμα, των δικαίων της κοινωνίας της Ξάνθης:
«Ο τότε πρόεδρος του δικηγορικού συλλόγου, ο κ. Ξυνίδης, ο οποίος και συνδέεται με πολύ στενή συγγένεια με τον γενικό γραμματέα του κόμματος που κυβερνά σήμερα τον τόπο μας, κατέθεσε στην προηγούμενη Εξεταστική Επιτροπή πως «σε όλη αυτή την πορεία των επτά χρόνων που ασχολούμαι με την υπόθεση, δεν υπήρξε ένας άνθρωπος να μου πει ότι ο Ρουσόπουλος παρενέβη, έστω και με ένα τηλεφώνημα». Στη συνάντηση δε, με τους φορείς της Ξάνθης, όλοι οι παρόντες δηλώνουν πως «ο Ρουσόπουλος μας είπε ότι είναι αναρμόδιος και μας παρέπεμψε στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης». Η εφημερίδα «Μαχητής» της Ξάνθης αναγράφει τέσσερις μέρες αργότερα πως από την συνάντηση ουδέν προέκυψε. Δύο απόντες φέρονται να δηλώνουν ότι τους είπα άλλα πράγματα, αλλά δεν το λένε ευθέως – λένε «ακούσαμε», «δεν έχουμε άποψη». Είναι στη διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής σας να πάρει τα στοιχεία που έχει στα χέρια της και να βαρύνει υπέρ της άποψης των παρόντων ή της άποψης των απόντων» ανέφερε ο πρώην υπουργός.
«Αναρωτιέται λοιπόν κανείς: Εάν αυτός ο άνθρωπος, όπως κατηγορήθηκε, ήταν συντονιστής, δια ποίου τρόπου συντόνιζε; Χωρίς να τηλεφωνήσει σε κανέναν; Χωρίς να συναντήσει κανέναν; Δια της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος, δεν έχω την δυνατότητα και δεν τη φιλοδοξώ, βεβαίως» συμπλήρωσε ο κος Ρουσόπουλος.
Ο μάρτυς κατά τα άλλα, δήλωσε πως αγνοούσε την επιστολή διαμαρτυρίας του Παναγιώτη Ψωμιάδη στο πρωθυπουργικό γραφείο καθώς δεν του είχε κοινοποιηθεί του ιδίου, όπως επίσης αγνοούσε τον όποιο σχεδιασμό περί ανταλλαγών (σ.σ. ο Σάββας Τσιτουρίδης είχε καταθέσει, πως οι ίδιοι οι μοναχοί του είχαν προτείνει ανταλλαγές με οικόπεδα που είχαν ήδη προσημειώσει σε λάπτοπ), αν και είχε μία τηλεφωνική επικοινωνία με τον Εφραίμ μετά την συνάντησή του με τους φορείς. Αγνοούσε επίσης ως υπουργός τα σχέδια των μοναχών για το ολυμπιακό ακίνητο στους Θρακομακεδόνες, αν και του είχαν αναφέρει τις προθέσεις τους να φτιάξουν κάποιο διορθόδοξο κέντρο: «Το αν θα το έφτιαχναν στο ολυμπιακό ακίνητο, αν θα το έφτιαχναν στο Άγιο Όρος, αν θα το έφτιαχναν εκτός Αγίου Όρους ή οπουδήποτε αλλού ούτε το ρώτησα, ούτε και ασχολήθηκα» σημείωσε ο μάρτυς. Και βεβαίως, όταν η υπόθεση έλαβε ευρύτερη δημοσιότητα, δεν είχε την αρμοδιότητα να παρέμβει: «Ήμουν υπουργός Επικρατείας, αρμόδιος για θέματα Τύπου. Ήμουν κυβερνητικός εκπρόσωπος. Απαντούσα στο Press Room. Δεν είχα αρμοδιότητα ούτε να ανακαλέσω πράξεις, ούτε να υπογράψω αποφάσεις άσχετες προς το αντικείμενο το οποίο ορίζει η θέση του πρώην υπουργού Τύπου».
«Αν με ρωτήσετε εν κατακλείδι τι έχω να πω, είναι, «ούτε στον χειρότερο εχθρό μου δεν εύχομαι να τραβήξει τα μισά απ’ όσα τράβηξα εγώ, χωρίς να υπάρχει έστω και ένα πραγματικό στοιχείο εις βάρος μου. Έχουν έρθει κάποιοι και έχουν διαστρεβλώσει πλήρως τη ζωή μου, έχουν εμφανίσει ότι έχω κάνει περιουσιακά στοιχεία ως υπουργός, τα οποία απέκτησα ως δημοσιογράφος. Μόνο να σκεφτεί κανείς ότι το 1994 ο μισθός μου ήταν 15.000 ευρώ που σημερινά είναι πάνω από 30.000-40.000 ευρώ. Κι όλα αυτά τα άφησα γιατί είχα κάποιες ιδέες, κάποιες αξίες, τις οποίες πίστευα για να μπω στην πολιτική για πολύ λιγότερα χρήματα…» παρατήρησε μεταξύ άλλων ο μάρτυς. [ΑΠΕ]


Ελεύθερη διαδικτυακή τηλεόραση














Σχόλια