Κριτική ταινίας
· Είδος: Μυστηρίου
· Παραγωγής: 1958
· Πρεμιέρα στην Ελλάδα: 18 Ιουνίου 2009
· Ημερομηνία κυκλοφορίας DVD: 19/11/2008
Όταν ο Alfred Hitchcock εξεδήλωσε την επιθυμία του να αποδώσει κινηματογραφικά το έργο των Boileau – Narcejac, Les Diaboliques –επιθυμία που όπως γνωρίζετε δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ καθώς το έργο γύρισε ο μεγάλος Clouzot – οι δυο θεωρητικοί της αστυνομικής κουλτούρας αποφάσισαν ότι δεν μπορούσαν και κυρίως δεν ήθελαν να αγνοήσουν τον μετρ του σασπένς. Κατόπιν τούτου έγραψαν το D’ entre les morts με κύριο σκοπό να το δουν μεταφερμένο στην μεγάλη οθόνη από τον Hitch. Έτσι κι έγινε.
Στην κινηματογραφική του version το έργο ονομάστηκε Vertigo. Θα καταλάβετε το γιατί. Το φιλμ του Hitchcock είναι μια περίπλοκη πραγματεία πάνω στην ζωή και στον θάνατο, στην πολυπλοκότητα των ανθρώπινων ψυχώσεων και στα ακαθόριστα κίνητρα μιας παθιασμένης αγάπης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ταινία λειτουργεί σε τόσα επίπεδα που σε ένα κείμενο αυτής της έκτασης, νύξεις μπορούν να γίνουν μόνο για την αποτελεσματικότητα της σε καθένα από αυτά. Κατ’ αρχάς σε μια πρώτη ανάγνωση το φιλμ είναι μια ιστορία μυστήριου. Διαθέτει αναμφισβήτητα όλες τις χαρές ενός καλογυρισμενου αστυνομικού θρίλερ, με μια σειρά ανατροπών σε ανιούσα κλίμακα και σωστή δοσολογία σασπένς. Ο θεατής είναι έρμαιο της ευρηματικότητας του σκηνοθέτη και της ικανότητας του να δημιουργεί μια ατμόσφαιρα που, ενώ εμπεριέχει μια μόνιμη απειλή (ακόμη και προς τον θεατή), ο τρόπος με τον οποίον την χειρίζεται σε αλλά σημεία ανεβάζει την αδρεναλίνη στα ύψη και σε πολλά σημεία προκαλεί ως και ανακούφιση.
Όμως σε αυτό το κείμενο, στο οποίο σημειώνω ότι δεν πρόκειται να συμπεριλάβω την υπόθεση του έργου καθόλου για ευνόητους λόγους, δεν θα επιμείνω τόσο στον τρόπο που δομεί ο σκηνοθέτης τα ονομαστά του θρίλερ ούτε στον λόγο που τον καθιέρωσε ως τον δάσκαλο του είδους. Γι’ αυτό θα χρειάζονταν μια εμπεριστατωμένη μελέτη πολλών σελίδων. Κυρίως θα επιμείνω στην ψυχολογική διάσταση του φιλμ και στην αλληγορική εκφορά της ανθρώπινης διάθεσης και προσπάθειας να ανασταίνει με οποιονδήποτε τρόπο και με οποίο τίμημα, ο,τι νομίζει πως αγάπησε. Βασικά θα καταθέσω αυτό που ένιωσα και όχι αυτό που κατάλαβα και ας αντιτίθεται αυτό στις απαιτήσεις που έχει κανείς από ένα «κριτικό» ταινιών , τίτλο που ούτως η αλλιώς αποποιούμαι.
Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Το Vertigo κατ’ αρχάς πραγματεύεται την ανθρώπινη αδυναμία. Είτε αυτή εκφράζεται μέσα από φοβίες, είτε μέσα από ψυχωτικές καταστάσεις, από την παθιασμένη αγάπη η και από τον φόνο. Απ’ όπου κι αν πηγάζει και όπως κι αν εκφράζεται, αυτή είναι το θέμα που προσεγγίζει με ψυχαναλυτική διάθεση ο μεγάλος auteur. Η ταινία είναι ενοχλητικά κοντά στο να αποτελεί μια αλληγορική βιογραφία του δημιουργού της. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μέσα στον ρόλο που ερμηνεύει θαυμάσια ο βετεράνος James Stewart ενσωματώνονται στοιχεία της αλλόκοτης προσωπικότητας του σκηνοθέτου που εγείρουν ζητήματα μισογυνισμού, μετενσάρκωσης, υποκειμενικής θεώρησης της απόλυτης αγάπης που ορισμένες φορές αγγίζει και την νεκροφιλία. Ο Hitchcock δομεί την σχέση του πρωταγωνιστή με την Novak ακριβώς πάνω στα χνάρια των σχέσεων που ανέπτυσσε ο ίδιος με τις πρωταγωνίστριες του. Η σχέση του Πυγμαλίωνα με το δημιούργημα του είναι σαφής όπως επίσης και η εσωτερική διαδρομή προς το έρεβος, που διανύει ο Stewart, σας άλλος Ορφέας που ψάχνει την Ευρυδίκη του, προκείμενου να αποκτήσει τελικά αυτό που ο ίδιος θεωρούσε υπαρκτό και πραγματικό. Την τέλεια γυναίκα. Η τέλεια γυναίκα εδώ, ενσαρκώνεται από την Novak – αρχικά ο ρόλος προορίζονταν για την Miles και το γεγονός ότι δεν ήταν διαθέσιμη έκανε τον Hitchcock να χάσει προς στιγμήν το ενδιαφέρον του για το φιλμ- και είναι ο αντικειμενικός πόθος πρωταγωνιστούν και σκηνοθέτη. Η ψυχρή ξανθιά με την εύπλαστη προσωπικότητα, έρμαιο στα χέρια του Πυγμαλίωνα της είναι το ζητούμενο του σκηνοθέτη που το γύρεψε μέσα σε πλειάδα πρωταγωνιστριών όπως η Novak, η Miles, η Hendren και η λατρεμένη του Grace Kelly. Το στήσιμο της πρωταγωνίστριας και οι ατελείωτες λήψεις προφίλ συνιστούν μέρος της ολοκληρωτικής έμμονης και της σεξουαλικής παθολογίας του Hitchcock που αφήνουν να διαφανούν ψήγματα μισογυνισμού σχεδόν σε όλες του τις ταινίες. Η γυναίκα αυτή, θύμα του ρομαντικού ιδεαλισμού, θυσιάζει την προσωπικότητα της ακόμη και το παρουσιαστικό της προκείμενου να ταιριάξει στην εικόνα που έχει στο μυαλό του ο πρωταγωνιστής και στην ουσία γίνεται το κλειδί όλης της υπόθεσης. Αυτή θα απελευθερώσει τον Stewart από τις εμμονές του η θα το οδηγήσει στην απόλυτη υποταγή του σε αυτές. Στον αντίποδα; Η παρουσία της Barbara Bel Geddes, το είδος της γυναίκας που αφήνει αδιάφορο τον σκηνοθέτη, και λειτουργεί ως φωνή λογικής μέσα στην δίνη του παράλογου.
O Hitchcock στήνει ένα παιχνίδι σε αυτό το φιλμ, μέσα από την αντιπαράθεση της υποκειμενικότητας και της αντικειμενικότητας. Στην πραγματικότητα μας εμπαίζει. Καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας δεν μπορούμε ουσιαστικά να ξεχωρίσουμε ποτέ είμαστε θεατές των γεγονότων και ποτέ αποτελούμε μέρος των παραισθήσεων του πρωταγωνιστή. Η ατμόσφαιρα και η ερμηνεία του Stewart μας παρασύρει σε βαθμό που βιώνουμε τον πόνο του πρωταγωνιστή ο οποίος με μια δονκιχωτική διάθεση προσπαθεί να λάβει απαντήσεις σε δυο επίπεδα. Το πρώτο αφορά το αστυνομικό μέρος της υπόθεσης και το δεύτερο αφορά τις προσωπικές του αγωνίες και το κυνήγι χιμαιρών που έχει εξαπολύσει και που όπως εύστοχα παρατηρεί ο ίδιος ο Hitchcock αποτελεί μια έκφραση νεκροφιλίας.
Η υπόθεση εξελίσσεται υποδειγματικά. Παράλληλα με την λύση του μυστήριου και την απογύμνωση του δολοφόνου που πραγματοποιείται σταδιακά και σύμφωνα με τις επιταγές ενός καλογυρισμένου αστυνομικού, ξεγυμνώνεται στα μάτια μας και το ψυχολογικό υπόβαθρο στο οποίο στηρίχτηκαν οι επιλογές των πρωταγωνιστών και αποκαλύπτεται η δυναμική των ρομαντικών διαθέσεων τους.
Το τέλος της ταινίας είναι μεγαλειώδες. Δημιουργεί την αίσθηση του οριστικού και αναπόφευκτου – όπως ο θάνατος- τέλους ενώ στην πραγματικότητα ένας παρατηρητικός θεατής θα αντιληφθεί ότι δεν υπάρχει τίποτε οριστικό γύρω από αυτό το τέλος. Η ψυχοσύνθεση του πρωταγωνιστή έχει παρουσιαστεί ολοκληρωμένα, όχι όμως και οι περαιτέρω διαθέσεις του. Τι θα πράξει από εδώ και εξής; Θα λυτρωθεί η θα επαναλάβει το ίδιο μοτίβο σχέσης μέσα στην παραζάλη του;
Με το φιλμ αυτό ο Hitchcock μεταβαίνει από το κλασσικό φιλμ νουαρ στο νέο-νουαρ. Αυτό βέβαια δεν αναφέρεται μόνο στις νέες τεχνικές και στην καινούρια και μάλλον εκκεντρική σκηνοθετική αντίληψη που εγκαινιάζει ο Hitchcock, αλλά και στις αρχές του μεταμοντερνισμού που είναι ορατές στην ταινία και καταδεικνύουν την ικανότητα αφομοίωσης των εξωτερικών επιδράσεων που είχε ο σκηνοθέτης. Ανοίγει νέους δρόμους και δημιουργεί μια σχολή που θα επηρεάσει αρκετά τον γαλλικό κινηματογράφο με τον οποίο ο Hitchcock διέθετε μια ούτως η άλλως διαλεκτική σχέση.
Η ταινία χωρίς να έχει σπάσει τα ταμεία την εποχή που γυρίστηκε και χωρίς φυσικά να έχει αμειφθεί με ένα Oscar σκηνοθεσίας όπως του άξιζε, θεωρείται από τα αριστουργήματα αυτού του καλλιτέχνη με την ιδιάζουσα προσωπικότητα που τρόμαξε του θεατές για συναπτά έτη οπτικοποιώντας αυτά που εμείς οι απλοί θνητοί δεν τολμούμε καν να ξεστομίσουμε. Είμαι σίγουρη ότι ο καθένας από εσάς έχει νιώσει να «γρονθοκοπείται» τουλάχιστον από μια ταινία του μετρ και όπως αντιλαμβάνεσθε για εμένα αυτή η ταινία ήταν το Vertigo.
______________________
Πηγή: Cine.gr


Ελεύθερη διαδικτυακή τηλεόραση














Σχόλια